18/03/2011

Βιωματικό - Ηρώ Μουτζουράκη

Το ρολόι των σκέψεών μου ξαναγύρισε στο χθές.
Οι αναμνήσεις, σαν ξωτικά, ξεπήδησαν από τις χαραμάδες του μυαλού...


ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2003, ΙΕΡΑΠΕΤΡΑ(νύμφη του Λιβυκού)

Ένα ετήσιο τσεκ-απ ρουτίνας.
Διάγνωση, πολύποδας. Επέμβαση πέντε λεπτών που μου καθόρισε τη ζωή.
Εστάλη στο Πανεπιστημιακό Θεσσαλίας για βιοψία. Η ανέμελη ζωή συνεχίστηκε στη μικρή παραθαλάσσια πόλη, χωρίς ίχνος ανήσυχης σκέψης.
Συνήθως αυτοί οι πολύποδες είναι καλοήθεις, τυπικά γίνεται η βιοψία, με καθησύχασε ο γιατρός μου.
Έμεινα όλο το Νοέμβριο στη νύμφη του Λιβυκού, γεμίζοντας τις μέρες, με περιπάτους στις βελούδινες αμμουδιές και κάνοντας τουλάχιστον 10χλμ κάθε μέρα ποδήλατο. Δεν είχα αρρωστήσει ποτέ στη ζωή μου. Υπερηφανευόμουνα για την υγεία μου και την άριστη φυσική μου κατάσταση. Ένοιωθα δυνατή. Θα φθάσω μέχρι τα εκατό, έλεγα χαριτολογώντας και το πίστευα.


ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2003

Γύρισα στη γενέτειρά μου, την Αθήνα.
Τη λατρεύω αυτή την πόλη, όσο κι αν γκρινιάζουν όλοι για το καυσαέριο και το χάος της. Εδώ νοιώθω ότι ζω, ότι υπάρχω σε όλη μου τη διάσταση...


ΑΡΧΕΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2004

Ο ήχος του τηλεφώνου μου διαδέχθηκε τη σπασμένη φωνή της μάνας μου.
Παιδάκι μου, πρέπει να εγχειριστείς. Ανεβαίνουμε Αθήνα.
Ακολούθησε ένας λυγμός και το βιαστικό κλείσιμο της γραμμής.


ΜΕΣΑ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2004

Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί έκλαιγαν και οι δυό μου γονείς.
Γιατί ήταν μαζεμένοι και σκυφτοί σαν κουφάρια που ξεβράστηκαν από τη φουρτουνιασμένη θάλασσα;
Μία απλή επέμβαση ρουτίνας θα ήταν, μου είπαν. Για λόγους προληπτικούς.


19 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2004

Ξύπνησα μεσημέρι στο δωμάτιό μου.
Πριν λίγες ώρες χειρουργήθηκα.
Ίχνος πόνου. Όλα καλά μου φαίνονταν. Σε 20 ημέρες, οδηγούσα κιόλας.
Ήμουν πολύ χαρούμενη. Ένοιωθα καλά. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί οι γονείς μου είχαν μόνιμα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους την απόγνωση, η οποία δεν ήταν παρά η σκιά θανάτου που αιωρούνταν από ΄πάνω μου. Αυτή η σκιά είχε απλώσει τα μακριά και κοφτερά νύχια της και με είχε αρπάξει τόσο σφιχτά και εγώ δεν είχα καταλάβει, ακόμα, τίποτα.

Επειδή είμαι η μονάκριβή τους και μου έχουν τόση αδυναμία, καθησύχαζα τον εαυτό μου.
Ήμουν με τόση αγάπη και τόση υπερπροστατευτικότητα μεγαλωμένη, που όλα όμορφα, καλά και υπέροχα τα έβλεπα εκεί έξω, στη ζωή...

Δεν είχα μάθει να παλεύω για τίποτα. Μέχρι τότε!
Ούτε για την ίδια μου τη ζωή...!


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2004

Ημέρα επίσκεψης στο γιατρό μου, ένα μήνα μετά την επέμβαση.
Ημέρα της συγκλονιστικής αποκάλυψης.
Η εικόνα μου στον καθρέφτη, δε μαρτηρούσε ότι εγώ πριν ένα μήνα ήμουν 5 ώρες στο χειρουργείο.
Έλαμπα! Ήμουν χαρούμενη. Έκανα ότι ένας φυσιολογικός άνθρωπος στην καθημερινότητά του.
Το χαμόγελο είχε κολλήσει στο πρόσωπό μου, όπως η χαλκομανία στο τσόφλι του βαμμένου αυγού.
Είχα ζητήσει απ΄τους δικούς μου μετά την τυπική επίσκεψη στο γιατρό μου -έτσι νόμιζα- να πάμε μία βόλτα στο κέντρο της Αθήνας. Εκεί θα χάζευα τα γραφικά στενά της και τα πολύχρωμα μαγαζιά της. Κάτι που τόσο πολύ μού άρεσε.

Η επίσκεψη πήγε καλά κι ενώ ήμουν έτοιμη ν΄απλώσω το χέρι μου για να αποχαιρετήσω το γιατρό, εκείνος άνοιξε το συρτάρι τού γραφείου του και μου πρότεινε ένα μικρό λευκό φάκελλο.

Ο μόνος ογκολόγος που εμπιστεύομαι εδώ μέσα είναι ο Μαλάμος, είπε.
Τι δουλειά έχω εγώ, γιατρέ, με ογκολόγο; Ρώτησα με την απορία του κόσμου όλου...
Είχες καρκίνο, άκουσα τη φωνή του.
Έφθασε η στιγμή της ομολογίας.
Πόσο να μου το έκρυβαν πιά!!!

Το έδαφος υποχώρησε απ΄τα πέλματά μου και σωριάστηκα στην πολυθρόνα που καθόμουν πριν.
Ταβάνι και πάτωμα είχαν γίνει ένα, συνθλίβοντάς με  στο τόσο μικρό κενό που είχαν μεταξύ τους...

Πρέπει αμέσως να κάνεις ακτινοβολίες, θυμάμαι τη φωνή του Μαλάμου.
Είναι πολύ σοβαρό.
Διάβαζα και ξαναδιάβαζα τη διάγνωση.
Διηθητικό επιστρωματικό σάρκωμα.
Υψίστης επικινδυνότητας.(High Grade)

Για ΄μένα πια, η μέρα και η νύχτα είχαν γίνει ένα.
Το απέραντο σκοτάδι.
Το απόλυτο τίποτα.
Ώρα μηδέν.
Είχα μαζέψει μια αγκαλιά γεμάτη όνειρα για το αύριο. Μα έπεσαν κι έσπασαν!!

Τα ελάχιστα νοσοκομεία που διέθεταν εξειδικευμένο προσωπικό και μηχανήματα για ακτινοβολίες ήταν όλα καλυμμένα.
Δεν υπήρχε θέση.
Και ΄γω έπρεπε αμέσως να ξεκινήσω.
Αν ξέφευγε ένα τόσο δα καρκινικό κύτταρο και εξαπλωνόταν στο σώμα μου, η ζωή μου ήταν θέμα ημερών ή λίγων μηνών, να σταματήσει.
Με τη βαρύγδουπη και ζοφερή διάγνωση στα χέρια, έτρεχα από νοσοκομείο σε νοσοκομείο κάθε μέρα, για ενάμισυ μήνα.
Δεκάδες αγωνιώδη τηλεφωνήματα, δίχως αποτέλεσμα. Χάνουμε χρόνο, μου τόνιζε ο Μαλάμος. Είναι σε βάρος σου αυτό.
Λες και μπορούσα να τα βάλω με το δαίμονα της γραφειοκρατίας..
Λες και μπορούσα να τα βάλω με το νοσηρό και σχεδόν ανύπαρκτο σύστημα υγείας. Εγώ!! Ένα τόσο δα πλασματάκι, καταρρακωμένο από το φόβο τού θανάτου μου.

Κι όμως!!! Τα έβαλα με τον ίδιο το Δαίμονα. Ήθελα δεν ήθελα.
Ένα μαύρο πρωινό χτύπησε το τηλέφωνο. «Κάποιος δεν πρόλαβε να έρθει και θα πάρετε τη θέση του». Η φωνή του ακτινοθεραπευτή με πλημμύρισε ζωή, όπως ο ζωοδότης ήλιος τη Γη.


ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2004

Οι ακτινοβολίες ξεκίνησαν μέσα του Μάρτη, συνεχίσθηκαν όλο τον Απρίλη έως μέσα Μαϊου, του 2004.
Η άγνοια για το τι με περίμενε, με γέμιζε δύναμη και χαμόγελο.

Την ώρα που η φωτιά κατάπινε λαίμαργα τη ζωή μου, εγώ προσπαθούσα να πάρω ανάσες από τον πνιγηρό αέρα που με τύλιγε με τα τεράστια πλοκάμια του.
Ο θάνατος και η ζωή μου, μπλέχτηκαν σε μια τιτάνια μάχη και κανείς δεν γνώριζε ποιος θα υπερισχύσει και θα βγει νικητής.
Ένα ταξίδι τρομαχτικό, δίχως αρχή και δίχως τέλος...

Με το που πάταγα το πόδι μου στο Αττικό, πριν ακόμα περάσω την πύλη, η αναγούλα, η δύσπνοια και η  έντονη δυσφορία, εμφανίζονταν έως ότου έγιναν μόνιμοι κάτοικοι επάνω μου.
Δεν τόλμαγα ούτε σε Super-Market να μπώ γιατί οι μυρωδιές από τα απορρυπαντικά με λιποθυμούσαν. Ούτε κολόνια να μυρίσω δεν άντεχα.
Όλα αυτά για δύο χρόνια σχεδόν.
Το σώμα μου γέμισε μικροσκοπικά τατού, γιατί έπρεπε να γνωρίζουν με ακρίβεια τα σημεία και τις γωνίες που θα με ακτινοβολούσαν.
Το κορμί μου άρχισε να πονάει παντού. Δεν μπορούσα να φάω τίποτα.
Με πείραζαν όλα. Εκτός από καρότο και ψητό κοτόπουλο.
Τα ευγενή όργανα είχαν ακτινοβοληθεί και καεί...
Τα κόκκαλά μου έγιναν εύθραυστα, σε κάθε κίνηση ράιζαν.
Θυμάμαι, σήκωσα την τέντα στη βεράντα μου και ράισε το αριστερό πλευρό μου.
Το βρήκαν στην ακτινογραφία θώρακα.
Ήμουν ένας κινητός πόνος.
Πόναγα παντού.
Για να αντέξω, έπαιρνα 9 χάπια κορτιζόνης κάθε μέρα για 6 μήνες. Η δύναμή μου χάρθηκε. Σερνόμουν. Αναρρωτιέμαι ακόμα πού έβρισκα τη δύναμη να οδηγήσω απ΄το σπίτι μου στο Αττικό νοσοκομείο. Και να επιστρέψω. Δεν υπήρχε κανείς να με συνοδεύσει. Τις υπόλοιπες ώρες ήμουν στο κρεββάτι. Τα λευκά μου από 11.000 έφθασαν 2.300. Για τα λευκά, μού έκαναν κάτι μικροσκοπικές ενεσούλες οι οποίες πόναγαν αφόρητα.
Δημιουργήθηκαν εγκαύματα σε κάποια σημεία του σώματός μου.
Οι ακτινοβολίες ήταν πολύ ισχυρές.
Το σάρκωμα είναι μία μορφή καρκίνου που η επιστήμη δε γνωρίζει  πώς προέρχεται, πώς καταπολεμάται ούτε πώς εξελίσσεται. Με τις ακτινοβολίες, πρώτα σου καίγονται τα κύτταρα γιατί μέσα σ΄αυτά, υπάρχουν  και τα καρκινογόνα και έπειτα πρέπει να ξαναγεννηθείς, στην κυριολεξία απ΄τις στάχτες σου.
Τα κύτταρα του κορμιού μου σκορπίσανε. Τα κύτταρα της ψυχής μου, όμως, προσπάθησα να τα κρατήσω με τόσο κόπο ενωμένα...
Για δυό ολόκληρα χρόνια αγνοούσα τις αισθήσεις μου. Δεν απολάμβανα γεύσεις, επαφές, ήχους και εικόνες.

Τυλιγμένη στον ασφυκτικό κλοιό της ανυπαρξίας, προσπαθούσα να αντλήσω δύναμη από τη ζωή για την ίδια μου τη ζωή...

Μέσα στο παγωμένο μου σκοτάδι προσπαθούσα να αγγίξω το χαμένο μου ήλιο, όσο μακρινός και φευγάτος και να ήταν...



ΤΕΛΗ ΜΑΪΟΥ - ΑΡΧΗ ΙΟΥΝΙΟΥ 2004

Όταν τέλειωσαν οι ακτινοβολίες, ξεκίνησα βραχυθεραπείες στο Αλεξάνδρα.
Επιτόπιο κάψιμο στο πρόβλημα.
Εκεί συναντήθηκαν η φρίκη και η τυρρανία και με αποτελείωσαν. Έπρεπε να είμαι δύο ώρες ακίνητη σε ένα γκρίζο και ψυχρό θάλαμο, συνδεδεμένη και καλωδιωμένη με ένα μηχάνημα που τα έκαιγε όλα, όπως η λάβα που βγαίνει απ΄το ηφαίστειο. Το μόνο που υπήρχε απέναντί μου, η εικόνα της Παναγίας. Δύο ώρες τα μάτια μου καρφωμένα στα δικά της, να την εκλιπαρώ να τελειώσει το μαρτύριο αυτό, που ο νους ανθρώπου δεν το βάζει. Ούτε η μορφίνη που μού έδιναν  δεν καλόπιανε τους πόνους μου.
Η μάνα μου ν΄ακούει τις κραυγές μου απ΄έξω και να σωριάζεται στην πλαστική καρέκλα, ανήμπορη να με βοηθήσει. Και γω, εκεί.
Ακίνητη, να πονάω και να ουρλιάζω, κοιτάζοντας τη Μεγαλόχαρη στα μάτια, παρακαλώντας την να με λυτρώσει.


ΤΕΛΗ ΙΟΥΝΙΟΥ 2004

Η κόλαση των θεραπειών μου έχει τελειώσει, αλλά ο απόηχος και τα απομεινάρια της με ακολουθούν...
Τα εγκαύματα δεν κλείνουν με τίποτα. Οι γιατροί μου πειραματίζονται με δεκάδες φαρμακευτικά σκευάσματα τα οποία δεν έχουν αποτέλεσμα.
Το καλοκαίρι μου όλο το περνάω στην Ιεράπετρα, δυστυχώς μέσα στο σπίτι, ριγμένη στο κρεββάτι.
Ούτε να χαρώ τη θάλασσα δεν μπορώ. Δεν αντέχει ο οργανισμός μου την ακτινοβολία του ήλιου. Έχει  ήδη φορτωθεί με τις ακτινοβολίες των θεραπειών μου.
Το δέρμα μου κοκκινίζει και ανοίγει σε κάθε κοίταγμα του ήλιου εκεί όπου υπάρχουν εγκαύματα.
Τα λευκά μου με πολύ αργό ρυθμό ανεβαίνουν στα 3.000.
Δεν αντέχω ούτε μια μικρή βόλτα να κάνω. Κουράζομαι εύκολα.
Και σ΄όλα αυτά είμαι μόνη μου.
Όλοι γύρω μου απόντες.
Φοβισμένοι; Σοκαρισμένοι; Αδιάφοροι; Αλλά απόντες.
Είμαι μόνον εγώ με ΄μένα.


ΜΑΪΟΣ 2007

Τρία χρόνια έχουν περάσει.
Έχω αρχίσει να συνέρχομαι και ν΄αποχτώ τη δύναμή μου, όταν παρουσιάζεται ένα καινούριο πρόβλημα.
Πρέπει να χειρουργηθώ, γιατί έχει δημιουργηθεί συγκόλληση ιστών. Αυτό προήλθε από τις βραχυθεραπείες του 2004.
Πρώτη Μαϊου έχω κάνει την επέμβαση και μετά από 9 μέρες παίρνω εξιτήριο από το ΕΛΕΝΑ.

Παράλληλα ψηλαφίζω ένα ανεπαίσθητο ογκίδιο σε μέγεθος φακής, στη δεξιά μου μασχάλη.
Έλα μαζί μου, πάμε για παρακέντηση, μου λέει ο γιατρός που το εξέτασε.
Η παρακέντηση και η μαστογραφία δε δείχνουν απολύτως τίποτα.
Νοιώθω απελευθερωμένη επιτέλους απ΄όλα και ξεκινάω για τη νύμφη του Λιβυκού για να περάσω το καλοκαίρι μου πλημμυρισμένη από χαρά και αισιοδοξία.


ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2007

Πεστεύω πια ότι όλες οι άσχημες και μαύρες μέρες έχουν τελειώσει και ατενίζω τη ζωή με χαμόγελο και λατρεία. Ναι!!!
Είμαι καλά. Φαίνεται αυτό.
Εκείνη τη χρονική περίοδο έρχεται αναπάντεχα μία καινούρια γνωριμία στη ζωή μου.

Νοιώθω ότι η ζωή έχει διάθεση να με ανταμείψει με καλωσύνη, για όλα όσα πέρασα.

Πόσο τραγικό λάθος έκανα..!!
Ο παρ΄ολίγο έρωτας κράτησε πολύ λίγο, γιατί έκανα το γενναίο λάθος να πω την αλήθεια.
Σάστισε, φοβήθηκε, έφυγε για να επιστρέψει πάλι και πάλι...
Ο φόβος και η προκατάληψη είχαν φωλιάσει μέσα στις ίνες των κυττάρων του. Μετά από ατέλειωτα πήγαινε-έλα, η ψυχολογία μου κλονίστηκε. Ένοιωσα σαν τσαλαπατημένο χαρτάκι. Έπρεπε να βρω εγώ τη δύναμη για μια ακόμα φορά στη ζωή μου- και να πω αντίο στο όνειρο που δεν άνθισε ποτέ.

Εκτός από το παραλίγο εκκολαπτώμενο όνειρο, χάθηκαν και οι φίλοι μου και οι γνωστοί.

Νοιώθω ότι έχω ακυρωθεί σαν άνθρωπος και σα γυναίκα.
Είναι ό,τι σκληρότερο.
Να νοιώθεις λαθρεπιβάτης στην ίδια σου τη ζωή.
Να περνάς από τη λαίλαπα της κόλασης, να επιβιώνεις, και να σού απαγχονίζουν το δικαίωμα της ελπίδας για λίγη αγάπη. Ποιοί;

Όλοι εκείνοι που ανα πάσα στιγμή είναι υποψήφιοι για το ίδιο πράγμα.

Η υγεία, τελικά, δεν είναι κάτι δεδομένο και σίγουρο.

Πλήρωσα πολύ ακριβά και  με τη ζωή μου για να το μάθω.



ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2007

Κι ενώ η ψυχή μου έκανε κύκλους ακόμα, γύρω από τις μισοσβησμένες στάχτες της, η μοχθηρή μοίρα μου, είχε πλέξει καινούρια εφιαλτικά σενάρια για ΄μένα...

20 ΟΚΤΩΒΡΗ ξύπνησα με έντονους πόνους στο στήθος.
Το ανεπαίσθητο ογκίδιο διογκωμένο πιά, είχε πάρει διαστάσεις ενός μεγάλου καρυδιού.

Πηγαίνω στο χειρουργό, που πριν λίγους μήνες με διαβεβαίωσε πως δεν υπάρχει τίποτα κακό, και μου κάνει δεύτερη παρακέντηση. Το αποτέλεσμα θα βγεί σε ένα μήνα, είπε.

Οι πόνοι αβάσταχτοι κάθε βράδυ, με οδηγούν σε άλλο γιατρό και η καινούρια διπλή παρακέντηση βγαίνει θετική σε πορογενές διηθητικό καρκίνωμα (μη ειδικού τύπου).

Με πιάνει ένα τρελλό και νευρικό γέλιο όταν ακούω τη διάγνωση και δε θέλω να πιστέψω με τίποτα, ότι ο θάνατος κι ο πόνος με ερωτεύθηκαν για μια ακόμα φορά.

Την έκπληξη διαδέχεται ένας τεράστιος θυμός, γιατί όλα μου τα σχέδια και το πρόγραμμά μου,διαλύονται. Σκέφτομαι ότι όλο αυτό θα με φέρει δύο χρόνια πίσω.

Ένοιωσα οργή και ανείπωτο φόβο όταν ο ογκολόγος μου είπε:
Έχετε 50% να τα καταφέρετε και 50% να μη μπορέσετε.

Το πάτωμα γλύστρησε για μία ακόμα φορά απ΄τα πόδια μου κι εγώ βρέθηκα στο απόλυτο κενό.
Τρεις ολόκληρες μέρες δε σάλεψα καθόλου απ΄το κρεββάτι μου. Συντετριμμένη και εκμηδενισμένη, φανταζόμουν το θάνατό μου, εμένα...
Πόσο εύφλεκτη η ζωή μου τελικά!!!
Και ξαφνικά, όλα άλλαξαν μέσα μου.
Και αποφάσισα ότι θέλω να ζήσω.
Με νύχια και με δόντια, γραπώθηκα σ΄αυτή τη σκέψη, πήρα μια βαθειά ανάσα και βούτηξα στα κατάμαυρα και παγωμένα νερά της μοίρας μου...

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΑΓ. ΣΑΒΒΑΣ

Στήριξε το Κ.Ε.Φ.Ι. Τηλεφωνική υποστήριξη Διαβάστε την εφημερίδα μας