16/05/2013

Εις μνήμην Λίτσας Σωτηροπούλου,Κατσορίδα - Δημήτρης Κατσορίδας

Στις 23-4-2011 έφυγε από τη ζωή η σύζυγός μου, Λίτσα Σωτηροπούλου, σε ηλικία 47 ετών. Η Λίτσα, υπήρξε ένας δραστήριος, πολιτικά και κοινωνικά, άνθρωπος, αλλά η τύχη το ΄φερε, έτσι, ώστε να μην μπορέσει να ολοκληρώσει αυτή την πλούσια δραστηριότητά της. Τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια εργαζόταν στην Εμπορική Τράπεζα. Εκεί ενεργοποιήθηκε συνδικαλιστικά στην παράταξη της «Ενιαίας Αγωνιστικής Συσπείρωσης» (η οποία επρόσκειτο φιλικά στον ΣΥΡΙΖΑ), όπου μέσα από τις γραμμές της εκλέχτηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο του Σωματείου Εργαζομένων. Τα προηγούμενα χρόνια, από το 1987 έως το 1991, εργάστηκε ως εργάτρια παραγωγής στην κλωστοϋφαντουργία «Βέλκα», από την οποία απολύθηκε όταν έκλεισε η επιχείρηση και έμεινε για τρία χρόνια άνεργη.
    
Από το σύλλογο (Κ.Ε.Φ.Ι.), μου είπαν να γράψω κάποια λόγια για εκείνη, ώστε να δημοσιευτούν στην εφημερίδα. Επειδή, εκτός από αυτά τα πολύ λίγα βιογραφικά στοιχεία για την κοινωνική και πολιτική της δράση, μου είναι εντελώς αδύνατο να γράψω κάτι για τη Λίτσα, παραθέτω παρακάτω ένα κείμενο που έγραψε γι ΄ αυτήν, η Φιλιώ Γκαβαλιζούδη, μια πολύ καλή της φίλη, συντρόφισσα και συνάδελφός της στην παράταξη και στο Δ.Σ. του Σωματείου, στην Εμπορική Τράπεζα, όπου αποδίδει με πολύ συγκινητικό τρόπο αυτά τα οποία θα ήθελα να πω και δεν μπορώ.

Το μόνο που θα ήθελα, μέσα από αυτή τη στήλη, είναι να ευχαριστήσω το Σύλλογο, καθώς επίσης όλους τους φίλους και φίλες στην Ομάδα Στήριξης που συμμετείχα, της οποίας η ηθική συμπαράσταση και τα έντονα συναισθήματα που βίωσα είναι συγκινητικά και αναντικατάστατα. Τέλος, θα ήθελα ιδιαίτερα να ευχαριστήσω τον συντονιστή της ομάδας, Κώστα Μιχαηλίδη, για όλα όσα έμαθα από αυτόν, και επειδή όποτε τον χρειάστηκα ήταν παρόν.

Τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν την ανιδιοτελή προσφορά, όλων των ανθρώπων του Συλλόγου.

Ευχαριστώ για όλα
Δημήτρης Κατσορίδας


ΛΙΤΣΑ,

Σε γνώρισα πριν λίγα χρόνια, μια μέρα που σε καλέσαμε στα γραφεία της παράταξης στο σύλλογο.

Πήρες το λόγο και σ΄άκουγα να μιλάς σαν έτοιμη από καιρό, γεμάτη πάθος και ενθουσιασμό για τους αγώνες μας, πώς πρέπει να οργανωθούμε, τί ν ΄αλλάξουμε, τί στόχους να βάλουμε. Ήσουν γεμάτη πίστη και αισιοδοξία, μυαλό και χέρια πρόσφορα για δουλειά. Μέσα μου χαμογελούσα. Σιγά-σιγά έπαψα να σ ΄ακούω. Αντί για σένα άκουγα ένα καινούργιο σπόρο να φυτρώνει, ύστερα το μίσχο να ψηλώνει  κι ένα-ένα τα πέταλα ν ' ανοίγουν σ' ένα κατακόκκινο φλογερό λουλούδι.
Μη γελάς! Ξέρω πως τα λόγια μου είναι μικρά και φτωχά. Όμως για κάποιο λόγο έτσι σ ' ένοιωθα πάντα. Σαν ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο... Ίσως γιατί ήσουν όμορφη με τα κατάμαυρα χυτά μαλλιά σου, το σταρένιο σου δέρμα και το μεγάλο χαμόγελο να κυριαρχεί παντού και πάντα, στα δύσκολα και τα εύκολα. Όμορφη, σαν αυτά που είχες στην καρδιά σου, ομόρφαινες την παρέα μας και τους αγώνες μας.

Σταθερή, σίγουρη, ψύχραιμη. Ποτέ δε μετάνιωσες για τα εύκολα που άφησες χρόνια πριν. Ποτέ δε γύρισες το βλέμμα πίσω, συνδικαλίστρια από τα παλιά, να 'χεις και συ διασυνδέσεις και ανέσεις, τις «σαράντα» προαγωγές από το φίλο που σε χτυπάει στην πλάτη, την ήσυχη συνείδηση με το armani στην κωλότσεπη, την επετειακή πορεία μια φορά το χρόνο εναλλάξ κι ύστερα δικαιωμένος ύπνος το βράδυ.

Ανήσυχη, τα πόδια σου περπάτησαν όλες τις πορείες των αγώνων μας, τα χέρια σου κράτησαν πανό και προκηρύξεις, έγραψαν και παρακίνησαν, η φωνή σου μίλησε για το δίκιο, τους αγώνες και τις ελπίδες μας. Ακούραστη η ψυχή σου, άντλησε σιγουριά και δύναμη σε τόσο δύσκολους καιρούς -τόσο μεγάλη ήταν η πίστη σου σε έναν άλλο δίκαιο  κόσμο. Δε γίνεται αλλιώς, έλεγες, μπορεί να μη γίνει σε μας, μπορεί στα παιδιά μας ή στα παιδιά τους, αλλά θα γίνει. Άλλο δρόμο δεν έχουμε.

Κι όχι, οι αγώνες σου αυτοί δεν ήταν άλλοθι για μια μποέμικη ζωή, έξω από τα άλλα, τα καθημερινά και δύσκολα. Καλή στη δουλειά σου, καλή σύντροφος και μάνα, μεγάλωσες καλά τα παιδιά σου. Σε θυμάμαι με τα ψώνια στα χέρια όταν κατέβαινες σχολώντας απ ΄τη δουλειά στο σύλλογο. Να «τρέχεις» για το μαγείρεμα, τη φροντίδα των παιδιών και το σπίτι.

Σ' ένα χρόνο εκλέχτηκες στο Διοικητικό ΣυΜβούλιο. Έφευγες απ 'τη δουλειά εξαντληΜένη να 'ρθεις στα συΜβούλια, στις περιοδείες, στις συναντήσεις. Παντού παρούσα, στις περιφρουρήσεις, στις πορείες. Σχεδιάζαμε μαζί, αγωνιούσαμε, γελούσαμε, κι ονειρευόμασταν το επόμενο μικρό βήμα. Ποτέ δε γκρίνιαξες, δε δυσανασχέτησες. Με χαρά και χαμόγελο όλα.

Μα σύντομα η αρρώστια ξαναχτύπησε. Πού βρήκες τη δύναμη να πηγαίνεις περιοδείες, να διακόπτεις για τις εξετάσεις σου, και μετά πάλι να συνεχίζεις; Να είσαι παρούσα στις εκλογές, στην απογευματινή δουλειά της παράταξης όσο σε κρατούσαν οι δυνάμεις σου, κι ύστερα όταν δε μπορούσες, να ρωτάς πάντα για να μαθαίνεις.

Έδωσες το παρόν, έδωσες τον προσωπικό σου αγώνα μέχρι τέλους όρθια. Με γέλιο στις επιτυχίες και τη λέξη «συνεχίζουμε» στις ήττες.

Δικαίωσες μια ζωή γεμάτη, δούλεψες σκληρά, αγωνίστηκες, πρόσφερες, έδωσες χαρά και δύναμη  σε όλους μας.

Αν, Λίτσα, υπήρχε βιβλίο για τους αγωνιστές της ζωής, θα είχε σε μια αράδα το όνομά σου. Αν όμως το βιβλίο αυτό είχε για τίτλο «χαρά κι αγώνας», το όνομά σου θα ήταν γραμμένο με φωτεινά γράμματα.

Αυτή τη χαρά σου θα κρατήσω από σένα,
συντρόφισσά μου, για να σε θυμάμαι πάντα με αγάπη,
Φιλιώ

Στήριξε το Κ.Ε.Φ.Ι. Τηλεφωνική υποστήριξη Διαβάστε την εφημερίδα μας