07/08/2014

Bιωματικό - Μαρία Ντότσικα

ΣΑΝ ΨΕΜΑ...
Και ήταν Δευτέρα. Πρωταπριλιά που δεν της έδινα ποτέ σημασία ούτε για τα αστεία ούτε για τα ψέματα που κατά συνθήκη τής φορτώνουν οι άνθρωποι. Άλλωστε ένα έτος πριν, σαν τώρα, δεν είχα ούτε τον χρόνο ούτε τη διάθεση με το χάος, που ανέδιδε η προσωπική μου ζωή, να χαρώ την άνοιξη, ούτε τις καθημερινές χαρές. Βουτηγμένη στα προβλήματα, έβλεπα αλλά δεν έβλεπα τι μου έκανα, πώς συμπεριφερόμουν η ίδια στον εαυτό μου ούτε ποιες συμπεριφορές άλλων επέτρεπα να ξεβραστούν πάνω μου. Κι αυτό το ανοσιούργημα των αδιεξόδων και της αμηχανίας μου σωματοποιήθηκε. «Εσύ», μου είπε το σώμα μου, «μπορεί να θέλεις να αντέχεις. Εγώ... όχι». 
Το τηλεφώνημα του γιατρού, κατά το μεσημέρι, ήταν ξεκάθαρο. Η παρακέντηση έδειξε πως στο στήθος μου υπήρχε μια επικίνδυνη εικόνα. Έπρεπε να φύγω από το νησί πάραυτα. Κι όλα αυτά τα δυσεπίλυτα, τα άλυτα, όλες οι ευθύνες μου, τα παιδιά μου, οι μαθητές μου, οι σκέψεις μου, οι αγωνίες μου θα έμεναν πίσω. Μέσα σε λίγες ώρες, με μια μικρή βαλίτσα, με αδειανή καρδιά έπρεπε να εξαφανιστώ. Έτσι στα γρήγορα... Μα η αλήθεια είναι ότι όλες τις έγνοιες τις πήρα μαζί μου. Μαζί μου και τον καρκίνο. Τότε ήταν μια είδηση σαν για κάποιον άλλον, όχι για μένα. Θυμάμαι την αίσθηση στα αφτιά μου: μια απουσία ήχου ακόμη και μέσα στον θόρυβο. 
Έφυγα με λίγα χρήματα και καμιά προοπτική. Δεν ήξερα τι θα γινόταν ούτε πώς θα τα κατάφερνα να κάνω ακόμη και την επέμβαση. Η πρώτη επαφή με χειρουργό ήταν αποκαρδιωτική. «Θα αφαιρέσουμε τα πάντα μού είπε και θα τοποθετήσουμε αμέσως σιλικόνη. Αρκεί να διαλέξετε το μέγεθος. Θα πρέπει να υπολογίζετε περί τις 8.000 ευρώ». Δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Την ευχαρίστησα και ζήτησα συγγνώμη, αλλά ήταν ανάγκη να βγω αμέσως από το κτίριο. Μελετούσαμε τον καρκίνο κι ο πρώτος σχεδιασμός δεν ήταν για την υγεία, αλλά για την αισθητική αποκατάσταση. Αισθάνθηκα σαν οικόπεδο προς απαλλοτρίωση. Δεν μπορούσα να σκεφτώ. Ήμουν έρμαιο λόγων, προτάσεων, αποφάσεων, εξελίξεων, σε απόγνωση. 
Ένας οικογενειακός φίλος γιατρός υπήρξε φάρος πραγματικός για τη μετέπειτα πορεία μου. Κατηύθυνε ό,τι ήταν να γίνει. Βρήκε ακόμη και τον πολύτιμο χειρουργό, ο οποίος ήθελε και μπορούσε να προσεγγίσει και να χειριστεί την περίπτωσή μου με ανθρώπινα μέτρα. Μέσα στην ατυχία μου πρόβαλαν εκείνο το διάστημα άνθρωποι άγνωστοι μα περισσότερο γνωστοί από τους γνωστούς μου. Οι εξετάσεις ταχύτατες. Το χειρουργείο ορίστηκε για τις 9 Απριλίου. Το μόρφωμα στο δεξί μαστό ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο και οι αναφορές μιλούσαν για καλπάζουσα μορφή καρκίνου. Ο αριστερός μαστός με δύο σοβαρές εστίες αποτιτανώσεων δεν έδειχνε ξεκάθαρα τα μυστικά του. Μόνο το διπλό χειρουργείο και οι βιοψίες θα φώτιζαν την πραγματική εικόνα. Τρεις ώρες... εξερεύνησης σε εκείνα που το σώμα μαζεύει για να αντέξει την αποκοτιά των παθών. Τι «καλά» εξελίσσει η ψυχή τις αντοχές της...  
Πώς μετράς αλλιώς τις στιγμές, όταν μικραίνουν εκείνες και ανοίγεις εσύ! Μετά το χειρουργείο, μου έμαθαν να ζω μέρα τη μέρα. Κανένα σχέδιο, καμιά συνθήκη δεν φαινόταν ανώτερη από αυτό που μου συνέβαινε. Κι όμως η ίδια δεν το βίωνα έτσι, ήμουν κλεισμένη στις χαοτικές σκέψεις μου. Κάθε μέρα κι ένα σκαλοπάτι. Προς τι; Ποιες προοπτικές στην υγεία της μπορεί να έχει μια ανασφάλιστη; Κι όμως χωρίς ασφάλεια διαπιστώνει κανείς πόση ανθρωπιά κρύβεται γύρω μας. Αλλά βαδίζεις στα τυφλά, βαδίζεις ίσως χωρίς να αισθάνεσαι ότι κάνεις ένα βήμα. 
Όταν ο χειρουργός μου με παρέπεμψε στον ογκολόγο, νόμιζα ότι θα καταρρεύσω. Πολλές φορές νόμιζα ότι θα καταρρεύσω. Κι ήταν σαν να πέφτω ακόμη και κάτω από το έδαφος και κάτω από όποια βάση θα μπορούσαν να στηριχθούν τα πόδια μου, σαν να με απορροφούσε το κενό, χωρίς τέλος. Κι ας χαμογελούσα διαρκώς. Ναι διαρκώς! Είχα αποκτήσει ένα χαμόγελο διαρκείας για να συγκρατώ την απελπισία μακριά από εκείνους που με στήριζαν. Μπήκα στο ογκολογικό θαρρώντας ότι πάω να επισκεφτώ κάποιον άλλον. Δεν μπορεί να πήγαινα για μένα. Και ήταν εκεί ένας απίστευτος άνθρωπος που για ακόμη μια φορά έκανε ό,τι χρειαζόταν για να ζήσω χωρίς να ζητήσει κάτι. Πόσα ανταλλάγματα είχα προσφέρει σε όλη μου τη ζωή για τα ελάχιστα και για τα μέγιστα ήταν εκεί άνθρωποι που μου χαρίστηκαν. 
Τις ακτινοβολίες ήξερα αμέσως πως οφείλω να τις κάνω. Τα σχήματα των χημειοθεραπειών ήταν κεραυνός. Και πάλι δεν πίστευα ότι ήταν για μένα. Δεν μπορούσα να χειριστώ τη σκέψη των χημειοθεραπειών. Άρνηση θα μου πείτε. Τι άλλο όμως έκανα τόσο καιρό εκτός από το να αρνούμαι. Τι χάνει κανείς στις χημειοθεραπείες; Αναζητούσα πληροφορίες και πνιγόμουν στις διαπιστώσεις και στις πιθανότητες. Σώζουν οι χημειοθεραπείες ή αρχίζουν ένα νέο δρόμο μιας άλλης καταστροφής; Ο ογκολόγος με προετοίμασε για τις απώλειες. Αυτή που στεκόταν ακλόνητη και συντριπτική μέσα στο μυαλό μου ήταν η απώλεια των μαλλιών. Δεν...Πριν τα χάσω, τα είχα ήδη χάσει με τις σκέψεις μου. Πίσω από τα μάτια μου υπήρχε ένα ακήρυχτο κλάμα, ένας χείμαρρος δάκρυα που δεν ξεσπούσε και εγώ πλάνταζα βουβή και χαμογελώντας. 
Τότε πριν από την πρώτη χημειοθεραπεία ένας φίλος με τη γυναίκα του μού έδωσαν το τηλέφωνο της Αναστασίας Λαγαρή. Είναι, μου είχαν πει, μια κυρία που συντρέχει ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουν σε μια τέτοια συγκυρία. Είναι εθελόντρια σε ένα σύλλογο καρκινοπαθών με το απίθανο όνομα Κ.Ε.Φ.Ι. Θεέ μου, είπα, τι ειρωνεία της τύχης! Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να έχουν το γέλιο στην ψυχή τους για να συγκρατούν το κέφι μέσα στην επωνυμία του συλλόγου. Αλλά δεν τολμούσα να τηλεφωνήσω. Τόσοι άνθρωποι πονούν σε αυτή τη χώρα. Ποια είμαι εγώ που θα ζητήσω τη βοήθειά τους; Ποια είμαι εγώ; Όταν πλέον ένα βράδυ συνειδητοποίησα ότι δεν είχα άλλη σκέψη από τον αριθμό του τηλεφώνου της, την κάλεσα. Με άκουγε, με αφουγκραζόταν, μου έδωσε χρόνο να σκεφτώ, να ανοιχτώ. Ήταν δίπλα μου όση ώρα μιλούσαμε κι ας μην την έβλεπα. Ήρθε και στην πρώτη χημειοθεραπεία κι ας της είπα πως μπορώ να τα βγάλω πέρα και μόνη. Μια γυναίκα σαν την άνοιξη, σαν την άνοιξη που την είχα ξεχάσει. Για τα μάτια της μόνο πήγα για πρώτη φορά στην απογευματινή συνάντηση της ομάδας. Και κοιτώντας την χαμογελούσα για όλους και προς όλους όσους συνάντησα μέσα στα γραφεία του συλλόγου. Αλλά αυτή τη φορά γιατί ένιωθα πως έχει ουσία το χαμόγελό μου, είναι για να απολαμβάνει το μοίρασμα της αισιοδοξίας και το δικαίωμα στη χαρά και στη ζωή.
Ωστόσο μια ζωή, άλλη ζωή με σάρκα και οστά ήρθε να ανοιχθεί σαν αγκαλιά γύρω μου. Ζωή Γραμματόγλου... η πρόεδρος του συλλόγου, η μάνα του συλλόγου και της καρδιάς μου. Εκείνη φρόντισε να συναντώ την κ. Σαλώμη, την ψυχολόγο που πορεύτηκε μαζί μου κι εγώ μαζί της σε μια ανίχνευση των απολεσθέντων συναισθημάτων μου. Κάθε εβδομάδα ένα σκαλί, ένα βήμα μέχρι το απίστευτο ερώτημά μου προς εκείνη: «Πώς εκφράζονται τα συναισθήματα;». Μπλοκαρισμένη από τα οικονομικά και προσωπικά προβλήματα μού φαινόταν αδιανόητο να συζητάμε για τον καρκίνο. Χρειάστηκαν τρεις μήνες και πλέον, και οι ισχυροί πόνοι του δευτέρου σχήματος των χημειοθεραπειών για να συνειδητοποιήσω τι σημασία είχε το ερώτημά της που επανερχόταν για το πώς αισθάνομαι σε σχέση με τον καρκίνο. Υπάρχει συνειδητοποίηση και συνειδητοποίηση, αλλά αυτή του χρόνου ζωής είναι εξαιρετική! Τι είναι ο χρόνος στο εξής για μένα; Τι είμαι εγώ σε σχέση με τον χρόνο;
Οι ημερομηνίες μου ήταν πλέον σχετιζόμενες με τις όποιες θεραπείες. Και στο διάμεσο έγραφα. Διάβαζα κι έγραφα ή περπατούσα. Και μετά θεραπεία. Δυο τρεις εβδομάδες νέα και μετά σκυφτή, γέρικη, αποκαμωμένη και ξανά νέα. Αχνά θυμόμουν πως ένα βράδυ κουρασμένη από τη βαθμιαία και αποκαρδιωτική απώλεια της τριχοφυΐας, ξύρισα μόνη μου το κεφάλι μου και φόρεσα το σκουφί μου και τα μαντήλια. Αχνά θυμόμουν πως ήμουν περισσότερο σε εμένα αποδεκτή από ποτέ, αγγίζοντας το σχεδόν παιδικό εκείνο κεφάλι που άφηνε κάθε του γλυκιά ατέλεια ορατή. Χωρίς μαλλιά το κεφάλι είναι έτοιμο να δεχθεί το πιο ουσιαστικό χάδι, έστω κι αν ντρέπεται κανείς, έστω κι αν αμφιβάλλει για την αισθητική του εικόνα. Και παρότι όλα αυτά παρωθούνταν στο μυαλό μου καθώς έφθανε ο καιρός για τις τελευταίες χημειοθεραπείες, ούτε τότε ήθελα ούτε τώρα θέλω να τα ξεχάσω ούτε να αφήσω κανέναν να τα ξεχάσει. Χωρίς μνήμη δεν υπάρχει στέρεο ανθρώπινο βήμα ούτε αληθινή επιλογή.
Στις επιλογές μου όμως δεν ήταν οι ακτινοβολίες. Πώς μπορούσαν να είναι, αφού δεν είχα τη δυνατότητα να τις εξασφαλίσω. Εδώ την απάντηση την έχει πάλι το αγγελικό χέρι της κ. Ζωής. Σε εκείνη και στην προσφορά του ακτινοθεραπευτή οφείλω τις 30 ακτινοβολίες. Το κοβάλτιο έγινε το ανέκδοτο για την προσωρινή αφηρημάδα μου, η οποία θα υπήρχε το δίχως άλλως, αφού όταν ο άνθρωπος αγχώνεται και φοβάται, ξεχνά πολλά και εύκολα. Στο θάλαμο αναμονής τόσοι άνθρωποι με ανάλογα προβλήματα, όλοι σε ένα ιδιότυπο club, αυτό των καρκινοπαθών να κοιταζόμαστε με ένα χαμόγελο που δεν το συναντάς συχνά εκεί που των ανθρώπων η υγεία δεν διακυβεύεται. Κι όποτε νόμιζα πως δεν έχω άλλο κουράγιο, ήταν κάποιος άλλος με μεγαλύτερες «σκιές» από εμένα, για τον οποίο αισθανόμουν πως χρειαζόταν και τη δική μου αισιοδοξία για να τα καταφέρει. Πώς παίρνεις κουράγιο, χαρίζοντας κουράγιο στον συνάνθρωπό σου!
Οι άνθρωποί μου, οι συνάνθρωποί μου ήταν τα μάτια μου για να βλέπω όλο αυτό το διάστημα. Ο καρκίνος μου έδειξε την αγκαλιά που δίνω, που παίρνω? Και πάλι αγκαλιά! Μια τέτοια αγκαλιά ένιωσα κι όταν τελείωσαν οι ακτινοβολίες. Με χαιρετούσαν όλοι οι θεραπευτές σαν να τελείωσε μια σπουδή, ένα σχολειό, αυτό της αντοχής και της υπομονής. Ένα καλό κατευόδιο, σε μια νέα ζωή που δεν ήξερα ούτε και ξέρω ακόμη στα σίγουρα πώς να τη χειριστώ. Γνωρίζω όμως πώς δεν είναι καλό να τη χειριστώ. Γνωρίζω καλύτερα το περιεχόμενο του «όχι» μου. Αισθάνομαι καλύτερα τα όριά μου. Κι αν κάποιες στιγμές αντιγυρίζει το «είναι» μου σε σκέψεις μελαγχολικές, σκέφτομαι τα χέρια που έσφιξαν τα δικά μου και στέλνω, όσο μπορώ, στην άκρη την αίσθηση του κινδύνου. 
Ξέρω ότι το να μου εμφανιστεί μια φορά ο καρκίνος, είναι ούτε λίγο ούτε πολύ σαν να έχω πάρει ένα ανησυχητικό εισιτήριο διαρκείας. Δεν θέλω όμως να το χρησιμοποιήσω αυτό το εισιτήριο προς νέα κατεύθυνση, θέλω να είμαι εδώ μαζί σας. Μου αρέσει αυτή η παρέα. Θέλω να ζήσω και κυρίως θέλω να ζήσω όμορφα! Κι αυτό για μένα σημαίνει - παρά τα άλυτα άλλα προβλήματά μου - να δώσω μορφή στη ζωή μου. Είναι πολύ σημαντικό κάθε ημέρα να αρχίζει με ένα χαμόγελο, ένα τραγούδι, ένα βήμα χορευτικό, με χρώματα που χαρίζει ο ουρανός κι η θάλασσα, και μάτια να με κοιτούν και να μου λένε: «Χαίρομαι που σε βλέπω! Καλημέρα!»
Σας λέω, λοιπόν, πως, ένα χρόνο μετά από την 1η Απριλίου του 2013, κοιμάμαι και ξυπνώ με μια λέξη. Περπατώ στον δρόμο, συνομιλώ, διαβάζω, γράφω και αυτή η λέξη είναι πάντοτε εκεί ανάμεσα στις γραμμές μου. Σκέφτομαι τον πατέρα μου, την αδερφή μου, τη μάνα μου που δεν είναι πια εδώ αλλά είναι, τους φίλους μου, σκέφτομαι τα μάτια και τα χέρια των παιδιών μου που μου λείπουν, και η σημαντικότερη της ζωής μου λέξη έχει αφομοιώσει τα καλύτερα συναισθήματά μου και τα συμπυκνώνει μέσα της. Σας την χαρίζω για να την έχουμε όλοι μας: «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ»!
 



Στήριξε το Κ.Ε.Φ.Ι. Τηλεφωνική υποστήριξη Διαβάστε την εφημερίδα μας